Γιατί να υποστηρίξετε τη χρήση βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων;

 

Τα βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα (SAF) είναι ο γενικός όρος που χρησιμοποιείται για όλα τα αεροπορικά καύσιμα που παράγονται χωρίς τη χρήση ορυκτών υλικών, όπως αργό πετρέλαιο ή φυσικό αέριο. Τα βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα (SAF) είναι μια καθοριστική τεχνολογική λύση για πιο βιώσιμες πτήσεις και είναι απαραίτητη για την ενεργειακή μετάβαση στην αεροπλοΐα και μπορεί να τροφοδοτηθεί σε τακτικές λειτουργίες πτήσεων χωρίς προσαρμογές των υποδομών.

 

Πώς καθορίζει το Lufthansa Group την προσαύξηση τιμής των SAF;

Το Lufthansa Group υπολογίζει την πρόσθετη επιβάρυνση των SAF με βάση το επιπλέον κόστος αγοράς που προκύπτει από τη χρήση SAF αντί για ορυκτή κηροζίνη.

Ανάλογα με την κατηγορία κράτησης και τον τύπο του αεροσκάφους, προσδιορίζεται μια ποσότητα CO2 που σχετίζεται με την πτήση μέσω ενός αλγόριθμου. Με βάση αυτή την εκτίμηση, οι ταξιδιώτες μπορούν να επιλέξουν έναν συνδυασμό χρήσης SAF και υποστήριξης έργων προστασίας του κλίματος υψηλής ποιότητας, προκειμένου να συμβάλουν στη μείωση των κλιματικών επιπτώσεων μελλοντικών πτήσεων.

Τα SAF που χρησιμοποιούνται στις προσφορές πελατών του Lufthansa Group αγοράζονται επιπλέον της τρέχουσας ρυθμιστικής εντολής ανάμειξης SAF της ΕΕ και της Ελβετίας ύψους 2%, η οποία περιλαμβάνεται ήδη στην τιμή του εισιτηρίου και ενσωματώνεται στις λειτουργίες πτήσης του Lufthansa Group εντός έξι μηνών από την αντίστοιχη πτήση.

Τα SAF που χρησιμοποιούνται από το Lufthansa Group παράγονται από πρώτες ύλες σύμφωνα με την οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (2018/2001/EΕ Άρθρο 30) «RED II». Όλα τα SAF που χρησιμοποιούνται είναι πιστοποιημένα σύμφωνα με το σύστημα ISCC ή RSB με μείωση των αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 80%. Το ανανεώσιμο μέρος του προϊόντος παράγεται με βιώσιμο και ηθικό τρόπο, χρησιμοποιώντας ορθές γεωργικές και βιομηχανικές πρακτικές που συμμορφώνονται με όλα τα ισχύοντα εργασιακά δικαιώματα και νόμους και με όλους τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς, συμπεριλαμβανομένης, χωρίς περιορισμό, της Σύμβασης 138 της ΔΟΕ, της Σύμβασης 182 της ΔΟΕ και της Σύμβασης 105 της ΔΟΕ. Το προϊόν και οι πρώτες ύλες συμμορφώνονται με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία, ιδίως την τελευταία Οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.